βουκολικός

βουκολ-ικός, ή, όν,
A rustic, pastoral,

ἀοιδά Theoc.1.64

,70, etc.; τὰ β. pastoral poetry, Hermog.Id.2.3.
2 β. μέτρον metre used by pastoral poets, Plu. Metr.2; τομή 'bucolic' caesura, ib.3.
II βουκολικός, , official in cult of Dionysus, IG22.1368.123.
2 bucolicon, = πάνακες Ἀσκληπίειον, Plin.HN25.31.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βουκολικός — rustic masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολικός — ή, ό (AM βουκολικός, ή, όν) [βουκόλος] 1. αγροτικός, ποιμενικός 2. είδος της λυρικής ποίησης με κυριότερο εκπρόσωπο τον Θεόκριτο («βουκολικὴ ποίηση», «βουκολικὴ ἀοιδά», «βουκολικὰ ἔπη») 3. Βουκολικά, τα συλλογή δέκα ποιημάτων του Βεργιλίου 4. φρ …   Dictionary of Greek

  • βουκολικός — [вуколикос] εκ. пасторальный, буколический …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βουκολικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή αρμόζει σε βουκόλους, σε ποιμένες, ο ποιμενικός: Γραφικό βουκολικό τοπίο. 2. φρ., «βουκολική ποίηση», ποίηση που αντλεί τα θέματα της από τη ζωή των βοσκών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βουκολικά — βουκολικός rustic neut nom/voc/acc pl βουκολικά̱ , βουκολικός rustic fem nom/voc/acc dual βουκολικά̱ , βουκολικός rustic fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολικῶν — βουκολικός rustic fem gen pl βουκολικός rustic masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολικόν — βουκολικός rustic masc acc sg βουκολικός rustic neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολικαί — βουκολικός rustic fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολικοῖς — βουκολικός rustic masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολικοῦ — βουκολικός rustic masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκολικούς — βουκολικός rustic masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.